Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

Εντυπώματα

Οι γονείς θα διαβάζουν παραμύθια στα παιδιά, όσο τα παιδιά θα χρειάζονται συντροφιά για το μεγάλο βήμα προς τον ύπνο. Όσο τα παιδιά θα διστάζουν να διασχίσουν μόνα τους το πέρασμα απ’ την ύπαρξη στη μη ύπαρξη και απ’ την κίνηση, στην ακινησία.

Η επιλογή συγκεκριμένων παραμυθιών είναι μια ασυνείδητη πράξη των γονιών όσο ασυνείδητα κι αδιευκρίνιστα είναι εκείνα που συμβαίνουν σ’ αυτή τη διάσταση της νύχτας όπου το σώμα δεν είναι σώμα, αλλά συνονθύλευμα σωμάτων, των σωμάτων που απέπλευσαν και των σωμάτων που ακολουθούν.

Οι δικοί μου υπήρξαν γενναιόδωροι με τον χρόνο και το αίσθημά τους. Μου διάβασαν ό,τι διαβάζεται και μου το διάβασαν και με όλη τους την καρδιά. Μου προσέφεραν κόσμους. Ωστόσο σήμερα, μετά τις τελευταίες ανακαλύψεις στο utube που με έκαναν να φτιάξω αυτό το post, με πιάνουν τα γέλια σκεπτόμενη τη μαμά μου να επιλέγει στο βιβλιοπωλείο «ρώσικα λαϊκά παραμύθια» ανίδεη για την προσωπική μνήμη μου που μόλις άρχιζε.

Λίγα «μεσογειακά» παραμύθια θυμάμαι, επίσης λίγα «παραμυθένια» παραμύθια αλλά αυτό υποπτεύομαι ότι συνέβη σε όλους μας. Και συνέβη μάλλον επειδή το αντίτιμο της ύπνωσης δεν μπορεί να εμπεριέχει και μεγάλο ποσοστό ελαφράδας. Κανένα παραμύθι δε χωράει τόσο πολύ ροζ.

Κάπως έτσι, με τα ρώσικα λαϊκά παραμύθια της μαμάς μου και τις παραμυθοκασσέτες που μας έβαζε το καλοκαίρι για να κοιμηθούμε η φίλη της μαμάς μου η Βούλα,

τα εντυπώματά των παραμυθιών πάνω μου γίναν κάπως βόρεια. Κάπως βαθύ τυρκουάζ έγιναν και κάπως χιόνι και κάπως κρύσταλλα. Μετά τα δικά μου εντυπώματα έγιναν βαθύ τυρκουάζ και χιόνι και κάπως κρύσταλλα.

Αυτό η μαμά μου, δεν θα μπορούσε να το προβλέψει.

Κι έτσι,

σήμερα, έπειτα από τις σωστές πλέον λέξεις κλειδιά που πληκτρολόγησα στο google κατάφερα να πέσω πάνω στο νούμερο ένα παραμύθι υπεύθυνο για όλα. Και με αφορμή αυτό, παραθέτω και τη μικρή -5 τίτλων- λίστα μου για εκείνους που έχουμε πάνω κάτω την ίδια τοπογραφία μνήμης. Και που όλο συναντιόμαστε εκεί έξω.

 

1/ Μιστουλέτος – Ο κακός πετεινός

Ο Μιστουλέτος κυκλοφορεί στο δάσος και πετυχαίνει το κορίτσι / το κορίτσι θέλει να παντρευτεί τον Πρίγκιπα αλλά είναι πολύ φτωχή για να τα καταφέρει / ο Μιστουλέτος τη βοηθάει / βάζει έναν όρο / να θυμάται το κορίτσι τ’ όνομά του έπειτα από ένα χρόνο / αν δεν το θυμάται λέει πως«θα πάρω την καρδιά σου και θα την δώσω να τη φάνε τα παιδιά μου» / ο καιρός περνάει / το κορίτσι παντρεμένο πια με τον Πρίγκιπα έχει ήδη παιδιά / και δεν θυμάται το όνομα του πετεινού / ο πετεινός λέει «θα πάρω την καρδιά των παιδιών σου και θα τη δώσω να τη φάνε τα παιδιά μου»

το παραμύθι λύεται με ευτυχές τέλος, αλλά δεν έχει πια σημασία

 

 

2/ Ρουμπελστίνσκιν – Ο Ξυλοπόδαρος

Ο ηλίθιος μυλωνάς για να εντυπωσιάσει τον βασιλιά του λέει ότι η κόρη του μπορεί να γνέθει το άχυρο και να το κάνει χρυσάφι / η κόρη οδηγείται στο παλάτι / ο βασιλιάς της λέει πως αν δεν κάνεις το άχυρο χρυσάφι θα πεθάνεις / η κόρη μένει μόνη / δεν μπορεί να κάνει το άχυρο χρυσάφι / μπαίνει ένα ανθρωπάκι σα νάνος και γνέθει όλο το άχυρο και το κάνει χρυσάφι / ζητά σε αντάλλαγμα το πρώτο παιδί της κόρης όταν γεννήσει / το άχυρο έχει γίνει χρυσάφι / ο βασιλιάς ενθουσιασμένος παντρεύει την κόρη με τον γιο του / η κόρη κάνει το πρώτο της παιδί / το ανθρωπάκι επιστρέφει και ζητά το μωρό / η κόρη αρνείται / το ανθρωπάκι λέει πως θα της αφήσει το μωρό της αν τα καταφέρει να βρει το όνομά του

η κόρη βρίσκει το όνομα, το όνομα είναι Ρουμπελστίνσκιν, ο Ρουμπελστίνσκιν απ’ το κακό του ΣΚΑΕΙ (κυριολεκτικά)

 

roump.jpg

 

3/ Ο Φίλιπκα 

Η Μπάμπα Γιάγκα η γριά της λίμνης μισεί τον Φίλιπκα γιατί είναι καλός ψαράς και πιάνει όλα τα ψάρια / η Μπάμπα Γιάγκα στέκεται στην όχθη και του φωνάζει «Φίλιπκα γιε μου, έλα να φας την πίτα που σου έφτιαξα» / ο Φίλιπκα δε μασάει / η φωνή της μαμάς του είναι γλυκύτερη / η Μπάμπα Γιάγκα πηγαίνει στον σιδερά / βάζει τη γλώσσα της στο αμόνι / ο σιδεράς την τροχίζει / «Φίλιπκα γιε μου, έλα να φας την πίτα που σου έφτιαξα» / ο Φίλιπκα ξεγελιέται / περνάει τη γριά της λίμνης για μητέρα / η Μπάμπα Γιάγκα τον πιάνει και τον πηγαίνει στο σπίτι της / λέει στην κόρη της να τον ψήσει στον φούρνο μέχρι να επιστρέψει για να τον φάνε / ο Φίλιπκα αρπάζει το φτυάρι και χώνει την κόρη μέσα στον φούρνο / η γριά επιστρέφει / τρώει την κόρη της / ο Φίλιπκα τρέχει και ανεβαίνει σ’ ένα δέντρο / η Μπάμπα Γιάγκα το ροκανίζει με τη γλώσσα της / το δέντρο πέφτει πάνω της και τη σκοτώνει 

ένα σμήνος αγριόχηνες παίρνουν στα φτερά τους τον Φίλιπκα και πετούν μακριά

 

mpampa3.jpg

 

4/ Ευτυχισμένος Πρίγκιπας

Ένα άγαλμα / σε μια Πολιτεία του Βορρά και ένα χελιδόνι / το χελιδόνι ξεκολλάει το μάτι του Πρίγκιπα που είναι από ρουμπίνι να το δώσει στους φτωχούς / αντί να αποδημεί ήδη προς τον Νότο / καρδιά του χειμώνα / το χελιδόνι ξεκολλάει τα μάτια του Πρίγκιπα / τα χρυσά ρούχα του Πρίγκιπα / τα δίνει στους ανθρώπους / ο Πρίγκιπας μένει γυμνός / το χελιδόνι θα ‘πρεπε ήδη να αποδημεί προς τον Νότο / αλλά δεν προλαβαίνει / η μικρή του καρδιά παγώνει / καρδιά του χειμώνα / ο Πρίγκιπας χωρίς στολίδια είναι ένα άχρηστο άγαλμα / οι υπεύθυνοι του Δημαρχείου το γκρεμίζουν και το λιώνουν στο καμίνι για να φτιάξουν ένα άλλο / πετούν το χελιδόνι στα σκουπίδια

«Φέρε μου τα δυο πιο πολύτιμα πράγματα μέσα στην πόλη», είπε ο Θεός σ’ έναν απ’ τους Αγγέλους του κι ο Άγγελος του έφερε τη μολυβένια καρδιά και το νεκρό πουλί.

 

prince.jpg

 

5/ Οι μύθοι των λουλουδιών / Εντελβάις

Η Βασίλισσα του χιονιού μένει στον πύργο της στην πιο ψηλή βουνοκορφή των Άλπεων / ντυμένη στα λευκά / διάφανη / την υπηρετούν ξωτικά / η καρδιά της είναι σκληρή σαν κρύσταλλο / πολλοί κυνηγοί έχουν την περιέργεια ν΄ανέβουν ως εκεί πάνω να τη γνωρίσουν / τα ξωτικά πάντα τους προλαβαίνουν και τους γκρεμίζουν απ’ τα βουνά / η Βασίλισσα δεν πονά για κείνους που πεθαίνουν για χάρη της / καινούριοι κυνηγοί / γκρεμισμένοι απ’ τα βουνά / και ξανά / καινούριος κυνηγός / δεν φοβάται / ανεβαίνει / πλησιάζει πολύ / η Βασίλισσα βγαίνει απ΄τον πύργο / για πρώτη φορά / τον κοιτά / ο κυνηγός / την κοιτά / και τότε / απ’ όλες τις βουνοκορφές ξεπηδούν χιλιάδες ξωτικά / τρέχουν και τον γκρεμίζουν απ’ τους βράχους / ο κυνηγός χτυπά στο κεφάλι και πεθαίνει / η Βασίλισσα του χιονιού προχωρά / σκύβει κοντά στον κυνηγό και από τα μάτια της κυλούν χοντρά δάκρυα / και σκορπούν στους βράχους / και σκορπούν στα χιόνια / και γίνονται λουλούδια διάφανα σαν αστεράκια / και γίνονται λουλούδια απαλά σαν βελούδο / κι είναι τα Εντελβάις

Η Βασίλισσα χάνεται από τον πύργο, χάνονται και τα ξωτικά. Το μόνο που μένει είναι ο θρύλος του Εντελβάις, του μικορύ αυτού λουλουδιού που οι κάτοικοι των Άλπεων πάντα γυρεύουν να το βρουν γιατί λένε πως φέρνει τύχη σ’ εκείνον που το κρατάει πάνω του.

 

ede.jpg

 

υγ: Εκτός απ’ τους συγγραφείς των παραμυθιών,

δόξα στους σπουδαίους εικονογράφους που δεν δίστασαν μπρος στο μαχαίρι της γραφής κι έκοψαν σύριζα το χρώμα,

δόξα στους εκδοτικούς οίκους που κυκλοφόρησαν τα παραμύθια σε κασσέτες κι ηρέμησαν οι μαμάδες μας αφήνοντάς μας με μια συντροφιά τις πιο ζεστές νύχτες του καλοκαιριού

και δόξα σ’εκείνους που χάρισαν τη φωνή τους,

δόξα στους ηθοποιούς.

 

 

 

 

Διαβάζοντας τη βιογραφία του D.A Levy, θυμήθηκα αυτό το απόσπασμα από το Ουρλιαχτό του Allen Ginsberg (μτφ Γ.Μπλάνα):

» αυτούς που δούλεψαν στο Ντένβερ, αυτούς που πέθαναν στο Ντένβερ, αυτούς που γύρισαν στο Ντένβερ κι άδικα περίμεναν, αυτούς που έβλεπαν όλο το Ντένβερ και συλλογίζονταν και ασκήτευαν στο Ντένβερ και τελικά έφυγαν για ν’ ανακαλύψουν τον Χρόνο και το Ντένβερ έμεινε μονάχο, δίχως ήρωες «

2425563967_235efa7d5a.jpg

d.a. levy /1942 /ποιητής και εναλλακτικός εκδότης / γεννήθηκε στο Cleveland

H wikipedia μιλά αρκετά ποιητικά για wikipedia:

«όταν τέλειωσε το Λύκειο αποφάσισε να διαβάσει τα πάντα και να γράψει τα πάντα και έχασε το μυαλό του αναζητώντας το άπειρο»

d.a. levy / εξέδιδε σε χειρόγραφα και στένσιλ / ζωγράφιζε

Το 1966 κατηγορήθηκε για διανομή άσεμνης ποίησης σε ανήλικους. Στο Cleveland. Tο 1967 ξανά. Στο Cleveland.

«η ποίηση αυτή δεν είναι ούτε κατά διάνοια άσεμνη. Αλλά και να ήταν, δε με νοιάζει. Μπορείς να πας οπουδήποτε σ’ αυτή την πόλη και να αγοράσεις κάτι απ’ τις εκδόσεις Grove Press. Αυτούς οι μπάτσοι δεν τους ενοχλούν».

d.a. levy / ανορθογραφία από επιλογή και τυπογραφικές περιεργίλες / συγγενής των Beats

«κατασκεύαζε κολλάζ λέξεων τα οποία μεταμόρφωναν την ποίηση σε οπτικό αντικείμενο λες και ήθελε να δώσει στις λέξεις φυσικό βάρος»(Μοrgan Meis )

d.a. levy / αυτούς που δούλεψαν στο Ντένβερ / αυτούς που πέθαναν στο Ντένβερ

«έχω μια πόλη να καλύψω με γραμμές.»

*Cleveland: αναπτυγμένη βιομηχανική πόλη που στα τέλη του ’60 έμοιαζε με βομβαρδισμένο τόπο.

» Αρκεί να πει κανείς πως στα 1969, το Cleveland ήταν σύμβολο όλου του συγκεκαλυμμένου εκτροχιασμού της Αμερικής» (Μοrgan Meis)

d.a. levy / 1942 – 1968

Αυτοπυροβολήθηκε. Το όπλο το είχε απ’ τα παιδικά του χρόνια. Ήταν 26 χρονών.

 

d_a_levy_shot.jpg

 

«Κόκκινη Κυρία» / «Red Lady» (απόσπασμα)

 

Η Κόκκινη Κυρία ήταν τριών όταν κατάλαβε ποια

ήταν χωρίς να ξέρει. Της είχαν μόλις μάθει

να λέει την ώρα κι εκείνη κοίταζε

τον λεπτοδείκτη να πλησιάζει τις 3.30 προ μεσημβρίας στο

σκοτάδι του δωματίου της, παιχνιδοκούκλες και φελιζόλ

λαγοί διαφανείς, κυμάτιζαν

στα κύματα και ξάφνου όλα σταμάτησαν-εκτός

απ’ τις άφωνες φωνές μέσα στο κεφάλι της που

επέστρεφαν όνειρα χιλιάδων χρόνων

θαμμένα κάτω από την άμμο και όνειρα που περίμεναν

κάτω από οργιές παχύσαρκου ωκεανού και όνειρα που

με κάποιο τρόπο, κάποιος είχε προσπαθήσει να τα δολοφονήσει

εν αγνοία τους.

 

και η Κόκκινη Κυρία ήταν τριών, στις

3.30 προ μεσημβρίας, όταν πήρε φωτιά, μα δεν είχε

λέξεις για τη γνώση που γνώριζε και πριν

να διεισδύσει ο ήλιος μέσα στο κοιμώμενο σχήμα της αυτή

ήξερε πως αυτό που ήταν, ήταν εκατοντάδες χιλιάδες φωνές που

θα παρέμεναν άλαλες για ολόκληρη την παιδική αιωνιότητα.

 

(…)

 

daback.jpg

 

 

«Τα κουδουνίσματα των Πόνυ» / «the bells of the Cherokee ponies»

 

θα ήταν σκέφτηκα

κωδωνισμοί του ανέμου

σε δρόμους νυχτερινούς

με τα νεαρά μου μάτια

γύρισα κατά την Ανατολή

κι απόμακρο ένα κουδούνισμα

από Πόνυ φαντάσματα

ανέτειλε  απ’ το χώμα

 

Πόνυ, Πόνυ, Πόνυ

(πώς το μικράκι άλογο γίνεται

λεξούλα που ηχεί αστεία)

 

γύρισα κατά την Ανατολή

αναμένοντας ίσως Βούδες

φέροντες κουδουνίσματα

που κλαίνε στο σκοτάδι

 

Υπόγεια τ’ Άλογα

κι ανατέλλουν!

 

Cherokee, Delaware, Huron ,

είθε η γη να επιστρέψει σε σας

 

τα μικράκια άλογα

θα επιστρέψουν τη γη σε σας

για να την εξαγνίσουν

στη λίμνη των δακρύων τους

 

Υπόγεια τ’ Άλογα

κι ανατέλλουν!

για να πουν στους πατεράδες τους:

 

« σε δρόμους νυχτερινούς

τα κουδουνίσματα των Πόνυ

τώρα, κλαίνε »

 

tumblr_mcc2b1ox5f1r6yhsro1_1280.jpg

 

 

«ρόδα που» / «roses that»

 

περιμένουμε τα ρόδα που

ανθούν περιμένουμε τα ρόδα που

ανθούν τα ρόδα που

ανθούν τα ρόδα που ανθούν

ανθούν ρόδα που ανθούν ανθούν

ανθούν που ανθούν ανθούν ανθούν

ανθούν

και τα ρόδα που ποτέ δεν

ανθούν τα ρόδα που ποτέ δεν

ανθούν ρόδα που ποτέ δεν

ανθούν που ποτέ δεν ανθούν

ανθούν ποτέ ανθούν ανθούν

ανθούν

ξέρεις αν τα ρόδα στα όνειρα;

ανθούν ρόδα στα όνειρα;

ανθούν στα όνειρα; ανθούν

ανθούν όνειρα; ανθούν

ανθούν

όσο εμείς καθόμαστε στη σκιά

έχουν ήδη χτίσει ένα ηλιοτρόπιο

που καλύπτει τις πόλεις με

στάχτες ρόδα που καλύπτουν

τις πόλεις όσο εμείς καθόμαστε στη

σκιά έχουν ήδη χτίσει έναν ήλιο

ανθεί ρόδα που ανθούν

πόλεις στάχτες όσο εμείς καθόμαστε στον

ήλιο έχουν ήδη χτίσει ένα

ρόδο που ποτέ ρόδα που ρόδα

ανθούν απίστευτο δεν είναι

ρόδα που

κάθονται στη σκιά όσο εμείς χτίζουμε όνειρα που ποτέ

δεν ανθούν χτίζουμε όνειρα που

ανθούν ανθούν ανθούν ανθούν

πόλεις από ρόδα που ανθούν

σε στάχτες που ρίχνουν σκιά

σε ρόδα που εδρεύουμε μέσα

στο φως του ήλιου σαν ρόδα που

τα κάνουμε στάχτη σαν

ρόδα που

ονειρεύονται

ποτέ

περιμένουν

κι ανθούν.

Tibetan Stroboscope.jpg

*(το Θιβετιανό Στροβοσκόπιο, απ’ τις σημαντικότερες δουλειές του Levy στην οπτικοποιημένη ποίηση)

 

 

«Επιτύμβιο φυλαχτό μοναχικό» / «Tomb stone as a lonely charm» (αποσπάσματα)

 

δεν έχω τίποτα να σου πω

εσύ που δεν ακούς τον ήχο

του αόρατου ωκεανού

αυτού του αδιάλειπτου αμφισβητία

της ίδιας της ύπαρξής του

εκείνου του χάχα μπρος στα υπέρβαρα κύματά του

 

( και η γηραιά γυναίκα απ’ το Θιβέτ

που έγραψε το όμορφο βιβλίο

βλέπει μάλλον έγχρωμη τηλεόραση

αυτή τη στιγμή που μιλάμε )

 

(…)

 

δεν έχω τίποτα να πω

γιατί δεν κάθεσαι απλώς εκεί που κάθεσαι

να πεθάνεις

λίγο λίγο κάθε μέρα

αναμένοντας κάποιο κουτό

πιτσιρίκι να κουβαλήσει το

κυματιστό πουλί της αγάπης σου

να ξεστομίσει όσα

κώλωσες να πεις κι ίσως

σε χίλια ή δυο χιλιάδες χρόνια από τώρα

ν’ αρχίσεις να καταλαβαίνεις

 

ότι το κουτό παιδί

ήσουν εσύ

και το δολοφόνησες

στα μουλωχτά.

 

IC_MEIS_LEVY_FI_001.png

 

«Τραγούδια για νεκρά παιδιά» / «Songs for dead children»

 

όλοι πληρώνουν ό,τι χρωστάνε

και κανείς δεν παίρνει στα χέρια του το προϊόν

κι αναρωτιέμαι αν υπάρχουν πουθενά καλύτερα σχολεία

σαν τα πουλιά που όλα τους πεθαίνουν νέα

τη στιγμή που διαγράφουν πορεία στον άνεμο

δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ένα όνειρο του Σαββατοκύριακου

και μοιάζει σαν

σκέτο λευκό που αποπλέει

μέσα στο νου

το όνειρο

κάποιος κι εγώ

με απαρνιόμαστε

μήπως χρειάζομαι αμφεταμίνη

για να βουτήξω μέσα στο μυαλό μου

που ξετυλίγεται

σαν παλιά εφημερίδα

κι ανθίζει

στο φως της μέρας

η ταινία τέλειωσε

γλίστρησε έξω απ’ το κρεββάτι

και μάλλον έστριψε τσιγάρο

κι όσα αραιώνω μέσα στη μπύρα

μου υπενθυμίζουν

όλα αυτά που θα μπορούσα να γίνω

και

τώρα ξοδέψαμε τη φωτιά μόνο και μόνο για να επιβιώσουμε

 

γλιστρώ έξω απ’ το κρεββάτι

σφαλίζω το μάτι μου κάθε μέρα

υπάρχει αρκετό τίποτα

στη μηχανή του νου

για να παίξεις το παιχνίδι

ο διάτρητος χρόνος σημαίνει

στους δρόμους του χειμώνα

όλα είναι το ίδιο

όσο χορεύεις

στον ρυθμό του σαλεμένου νου

και τώρα

ξοδέψαμε τη φωτιά μόνο και μόνο για να επιβιώσουμε

 

διασχίζοντας την ερημιά του ανέμου

η μνήμη μου τρεμοπαίζει

στους κινδύνους της σιωπής

και τον φόβο της αγάπης

κι οι αμμόλοφοι της οργής

με κινητοποιούν

καθώς η ώρα του τσακαλιού

πλησιάζει

σαν βόμβα κι εγώ

στέκομαι εδώ

με μια παγωμένη καρδιά

και τι είν’ αυτό που είναι δικό μου

αβάσταχτα βαρύ μέσα στο όλον που με καταριέται

κάθε φορά που ψάχνω μέσα μου

για τον ήλιο

και τώρα

ξοδέψαμε τη φωτιά μόνο και μόνο για να επιβιώσουμε

 

και με συμβούλεψαν

να ‘μαι ειλικρινής

την ώρα που κλείνω το φέρετρο

στα χτεσινά νέα των εφημερίδων θάνατοι

κι οι χάρτινοι θάνατοι

συσκευάζονται

στα σκουπιδιάρικα του φασισμού

 

οι διάττοντες αστέρες είναι άγγελοι νεκροί

που πίνουν κρασί

στα γκαράζ της επιβίβασης

κι εγώ

εκτυλίσσομαι

ως κατάλογος ονομάτων

γραμμένων στον ουρανό

και άπαντες οι ποιητές

τραγουδούν

τραγούδια για νεκρά παιδιά

και τα νεκρά όνειρα

των παιδιών

επιμένουν

να μετενσαρκώνονται.

 

rabbits.jpg

 

«Προαστιακό Μοναστήρι

Ποίημα Θανάτου» /

«Suburban Monastery

Death Poem» (αποσπάσματα)

 

(…)

 

χαλόου αστροναύτη

όχι δεν είμαι πυγολαμπίδα

όχι δεν είμαι ιπτάμενος δίσκος

στον ορίζοντα

είμαι μια αυτοφυής ύλη

συνειδητότητας που περιμένει

να ξαναγεννηθεί –μπορείς

να μ’ ακούσεις; μπορείς

να μ’ ακούσεις;

 

(…)

 

χορεύεις (ίσα που κινείσαι)

στο υπόγειο της εκκλησίας

κάποιος που φορά  χρωματιστά

σε αρπάζει και σε κουβαλά

στους ώμους του

και για μια στιγμή

μένει εκτεθειμένη η γεωμετρία της σάρκας σου

 

για ( κάποιου ποιητή το βραχύβιο ) πάντα

τα μάτια μου συνέλαβαν και φωτογράφισαν

την κινούμενη φιγούρα σου

 

( αυτή η εικόνα σου –που ακόμα κινείται

είναι κρεμασμένη στην ιερή πινακοθήκη

του μυαλού μου )

 

( αυτή η εικόνα με σένα που κινείσαι σαν

ένας  Άγγελος ταντρικός –είναι ασφαλισμένη

στον καθεδρικό του κρανίου μου )

 

αύγουστος 1968,

e. cleveland ohio

 

*σημείωση:

η γαλήνη και η επίγνωση είναι

σαν δυο μικρά πουλιά

που προσπαθούν να το σκάσουν απ’ τον πλανήτη

γιατί κουράστηκαν να πεθαίνουν

 

δεν παραδέχομαι τίποτα.

dalm13.jpg

outro και αουφβιντε(ρ)ζ(έ)ιν

 

happy.jpg

» καληνύχτα σου χειμώνα

με το παγωμένο βέλος 

τώρα που θ’ αποδημήσεις

κοίτα μη με λησμονήσεις

το χιονένιο σου παιδάκι

στο μικρό του το χεράκι

κρύβει πάντα μιαν αγάπη

με ευτυχισμένο τέλος «

 

 

 

υγ: ν’ αγαπιόμαστε.

έξοδος.

 

*στη φωτογραφία, έργο του Voider Sun

 

 

 

Fāngkuài ā Shòu aka Diamonster.jpg

 

το δάσος που κρεμάστηκε από ένα κλαδί

κρύβει το δέντρο απ’ τον κρεμασμένο

και τον κρεμασμένο από το δέντρο

 

κρεμασμένο απ’ το ψηλότερο κλαδί

το αρχέγονο δάσος

κρεμά την πρωτόγονή του γλώσσα

έξω απ’ το στόμα των ανέστιων ΦΟΝΩΝ του

 

στην καρδιά της λέξης ΔΕΝΤΡΟ

το κεφάλι της λέξης ΚΛΑΔΙ

κόπηκε

ακέφαλη τώρα

πλανόδια καρδιά

 

πριν πέσει στη ρίζα της λέξης ΔΕΝΤΡΟ

το κεφάλι της λέξης ΚΛΑΔΙ, ανθίζει

το κεφάλι της λέξης ΚΛΑΔΙ

ανθίζει στο κεφάλι της λέξης ΔΕΝΤΡΟ

και το ΦΡΑΖΕΙ

 

το φράγμα της επιφάνειας της λέξης ΣΤΕΡΕΩΜΑ

-μεθυσμένο από ρετσίνι- ΡΕΕΙ χωρίς ΣΤΕ

μέσα στην τρικυμία της λέξης ΓΥΑΛΙ

 

κανένα κεφάλι, καμμιάς λέξης δεν πέφτει

κανένα κεφάλι, καμμιά πτώση

στη σκιά του ασκίαστου δέντρου που δε λάβωσε θήραμα

 

τσεκούρι χωρίς κεφαλή, χωρίς λαβή

φυτρωμένο στον κορμό του χάους

 

η λέξη ΘΗΡΑΜΑ ακέφαλη, χωρίς ουρά

δολοφονεί τη λέξη ΒΑΣΙΛΙΑΣ με όλη της την ψυχή και το κορμί

τη φάκα και τους πεσόντες της

 

η λέξη ΧΑΟΣ στην καρδιά της λέξης ΔΑΣΟΣ

δεν έχει τέλος, δεν έχει αρχή

 

 

από τη συλλογή «La proie s’ombre»

υγ: «Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο πριονιστήριο;»

{ Άρης Αλεξάνδρου, «Μέσα στις πέτρες» }

 

                            

jesús c.jpg

                                               «ενΣΑρκΩση»

 

 

σε φυτρώνω

με εξημερώνεις

 

σε ενσαρκώνω

σε εισοδιώ

και σε παραθυρεύω

με οστεοποιείς

με ωκεανείς

με παρηγορεύεις

με μετεωρίζεις

 

σε θησαυροφυλακίζω

σε εκθαμπώνω

με παροξίζεις

 

με παροξίζεις

και με παρεκκλίνεις

σε εγχορδίζω

με αποσιωπείς

με αντανακλάς

ανά χείρας σε ωρολογοποιώ

 

με οφθαλμαπατάς

με οασαίνεις

με φτεροκοπάς

με εντομιάζεις

με καταρρακτώνεις

 

σε σεληνιάζω

με συννεφώνεις

με παλιρροιείς

σε διαφανίζω

με λυκοφέγγεις

με ημιδιαφανίζεις

με κατακαστρεύεις

με λαβυρινθώνεις

με παραλλάζεις

και με παραβάλλεις

με οριζοντιώνεις

και με καθετεύεις

με λοξεύεις

 

σε ισημερεύω

σε ποιώ

με χοροποιείς

σε εξατομικεύω

με εγκαθιστάς

και με θεμελιώνεις

 

με πραγματώνεις

με σχηματοποιείς

με απειρώνεις

με αδιαιρείς

με σαρκαζμείς

 

σε ευθραυστώ

σε διακαίω

σε φωνεύω

με ιερογλυφείς

 

με συμπαντεύεις

και με υπερχειλίζεις

σε υπερχειλίζω

κι εγώ μα εσύ

 

με ρευστοποιείς

 

με πεφταστερίζεις

 

με ηφαιστεώνεις

 

αλληλοεξατμιζόμαστε

 

αλληλοερεθιζόμαστε

μέρα και νύχτα

μέρα και νύχτα αλληλοανήκουμε

με εφάπτεις

σε ομοκεντρίζω

 

με διαλυτεύεις

με αδιαλύεις

με ασφυκτιογονείς

και με απελευθερώνεις

 

με ζαλίζεις

με εκστασιάζεις

με παθεύεις

και με απολυτώνεις

σε εκλείπω

με εκτρέπεις

 

σε ρουθουνίζω και σε τριχεύω

σε ισχιώ

με στοιχειώνεις

σε στηθεύω

θωρακίζω το στήθος σου και σε ενδύω

σε στηθοδεσμεύω

με οσμώνεις και με ζαλίζεις

γλιστράς

σε μηρώνω σε εναγκαλιάζω

σε τρεμοπαίζω

με περιδιαβαίνεις

με αβασταχτάς

σε εκπορνεύω

σε λαρυγγεύω σε στομαχώ

σε φορώ

σε καλτσοδετώ σε καλτσοδένω σαν Bach σε ενορχηστρώνω

ναι! σε ενορχηστρώνω για τσέμπαλο στήθος και φλάουτο

 

σε ριγώ

με αποπλανείς με απορροφάς

σε εκστρατεύομαι

σε κινδυνεύω σε αναρριχώ

με διατρέχεις

σε κολυμπώ

μα εσύ με στροβιλίζεις

με γρατζουνάς με κυκλώνεις

με εκδέρεις και με δαγκώνεις

με μαυροφορείς

με στιλετώνεις

κι όταν δεν τραυματώνεις τις αισθήσεις μου

τις μεταμφιέζεις

τις φαλαινείς τις ξετρελαίνεις

με σκεπάζεις

σε ανακαλύπτω και σε εφευρίσκω

καμμιά φορά, αποκαλύπτεσαι

 

με υγροχειλείς

σε παραδίδω και σε εκτοξεύω

με εκτοξεύεις και με παθιάζεις

σε ωμώ και σε σπονδυλώ σε αστραγαλώ

σε βλεφαριδίζω και σε ματοκορώ

κι αν δεν ωμοπλαταίνω πάνω απ’ τους πνεύμονές μου

ακόμα κι αφότου με μασχαλεύεις

σ΄ανασαίνω

νύχτα και μέρα σ’ ανασαίνω

σε ενστομώνω

σε ουρανισκώ και σε δοντιάζω και σε νυχίζω

σε αιδοιώ και σε ματοτσινορώ

σ’ ανασαίνω

σε βουβώνω

σε αιματώνω και σε λαιμοκοπώ

σε γαστροκνημιώ

σε μαγουλώνω και σε βλεφίζω

 

σε χερεύω

σε ιδρωτοποιώ

σε γλωσσίζω

σε αυχενώ

σε αποπλέω

σε σκιώνω και σε ενσαρκώνω και σε φαντασματεύω

σε αμφιβληστροειδώ και μέσα στην αναπνοή μου

ιριδίζεις την εικόνα σου

 

σου γράφω

με επινοείς.

 

υγ: Ο Ghérasim Luca, Ρουμάνος σουρρεαλιστής έγραψε ποιήματα και δοκίμια στη γαλλική γλώσσα. Το απόσπασμα «ενσάρκωση» ( prendre corps ) -μέρος της ενότητας «Το τέλος του κόσμου» (La fin du monde) προέρχεται από τη συλλογή του «Χρονικά» ( Paralipomènes ) 

για όσους γνωρίζουν γαλλικά, αξίζει μια ματιά στο πρωτότυπο σε μια λιτή οπτικοποίησή του:

la fin du monde

κι επειδή ο ήχος της γλώσσας είναι η σάρκα της γλώσσας, εδώ θ’ ακούσετε το ηχητικό τοπίο που συνέθεσαν οι The Project #5 (Montpellier) πάνω στο ποίημα-τόλμημα του Ghérasim Luca

The Project #5 (Montpellier)

mike glier b

Είμαστε κυρίως

πλασμένοι από νερό και το νερό

το νερό αναζητά

όπως ο ωκεανός το ποτάμι

και το ποτάμι τον χείμαρρο,

γι αυτό υπήρχε μια εποχή

που τα παιδιά έπεφταν μέσα στα πηγάδια.

Ήταν τότε που αγροί

απλώνονταν διπλά στα λιβάδια

κι αρχαίες λίμνες

κείτονταν κοντά τους

κι αιωρείτο ακόμα μια υπόνοια πίστης

αόρατη, ίσως ήταν το άφαντο νερό

ή ίσως κάτι που τρεμοπαίζει στον αέρα.

Η γέννησή μας ορίζει μια πτώση

και τα παιδιά έπεσαν

και κάποια επιβίωσαν

για να αφηγηθούν τον μύθο

παιδιά που βιαίως τραβήχτηκαν απ’ τον σκοτεινό λαιμό του πηγαδιού

βρεγμένα κι αόμματα απ’ τον τρόμο

όμοια με μοσχάρια

που αποκολλήθηκαν από τη μήτρα

με σχοινιά.

Άλλα παιδιά εξατμίστηκαν σε φαντάσματα

κι ανήλθαν στην επιφάνεια μέσα σ’ ένα κουβά

κι όταν μεθούσες

γίνονταν η παγωμένη αντανάκλαση

στο ποτήρι σου,

η μεταλλική υπόκωφη γεύση των καρφιών

που κάποιο αγόρι έκρυψε στην τσέπη του

ή το ασημένιο μενταγιόν

που φύλαξε τα όνειρα

ενός μικρού κοριτσιού.

Εκείνο τον καιρό οι άνθρωποι

μιλούσαν με τα άλογα,

φωνές απαλές σαν ετοιμόγεννο

σιτάρι, η μουσική κούρνιαζε

μέσα σε μια πέτρα. Κι όχι πως

αυτή η πτώση ήταν κάτι το εξαιρετικό,

μα ποιος θα μπορούσε να τη σταματήσει;

Είμαστε κυρίως

πλασμένοι από νερό και το νερό

το νερό αναζητά

γι αυτό εδώ και αιώνες λογικής

τα παιδιά θα πέφτουν

ελαφρά και ευγενή

σαν τη βροχή.

mega-megaphone

 

Όμορφος κι άσαρκος, σαν παιδί

παραμυθιού ο Ντομινίκ,

γεννημένος πρόωρα πριν από πέντε χρόνια

έχει το βλέμμα εκείνου

που δεν είναι ακόμα έτοιμος γι αυτόν τον κόσμο

 

Παίρνει θέση για το δείπνο

πριν απ’ τους γονείς

και πριν απ’ τους δύο καλεσμένους

και βάζει τα χεράκια του στην κοιλιά της λεπτοκαμωμένης γυναίκας και λέει

σύντομα θα φέρεις στον κόσμο ένα μωρό

Οι μεγάλοι γελούν

Η γυναίκα έχει ήδη τρία παιδιά

και στα σαρανταπέντε της

δεν επιθυμεί άλλα

 

Σαν ένας νάνος μέντιουμ

κυκλώνει το τραπέζι

και καρφώνει τα μάτια του συζύγου

σύντομα θα πεθάνεις

Κάποιος πάει να πει ένα χοντροκομμένο αστείο

Γελούν όλοι νευρικά

Μαμά, μπαμπά, όταν πεθάνετε,

θα χτίσω ένα σπίτι με τα οστά σας

κι εκεί θα μεγαλώσω τα παιδιά μου

 

 

Αρθρώνει επακριβώς

κι έχει μια λεπτή αγγλική προφορά

λευκός από τη Ναμίμπια, αγόρι που ταξίδεψε

έναν ωκεανό και μια ήπειρο για να βρεθεί εδώ

 

Με το πέρας του φαγητού οι καλεσμένοι

που κατέφθασαν όλο χαμόγελα και πειράγματα

τώρα αποχωρούν ουρλιάζοντας

Ποιος είναι ο πατέρας; τη ρωτά εκείνος για τρίτη φορά

Έχει κάνει αγγειεκτομή

και δε θα πιστέψει πως το μωρό είναι δικό του

(πως είναι, αν είναι)

Ούτως ή άλλως σύντομα θα πεθάνω, λέει

Φαντάζομαι πως δεν έχει σημασία

 

Στο δωμάτιό του ο Ντομινίκ ανάβει γενέθλια κεράκια

και τα τοποθετεί στο κρανίο της μητέρας του

στο σημείο όπου άλλοτε ήταν τα μάτια

Εκείνη του φωνάζει από τον κάτω όροφο

Φόρεσες πιζάμες;

Ανεβαίνω με το τρία!

 

Ο Ντομινίκ σπρώχνει τα παιδιά του

μέσα στο κεφάλι της μητέρας του. Το λαστιχένιο ποντικάκι που το λένε Μιμή,

το βελούδινο καγκουρό που κυοφορεί στον μάρσιπό του μια λίρα,

το μικράκι αρμαντίλλο, μικράκι σαν ένα καρυδότσουφλο

Ένα! Δύο! Τρία! Ο Ντομινίκ καμαρώνει μέσα απ’ τα στρογγυλά παράθυρα

τα μωρά του

στα κρεββατάκια τους. Ύπνος τώρα, λέει και τα σκεπάζει

με τη ζεστή αναπνοή του. Ύπνος.

Τα σπίτια από οστούν είναι πάντα τόσο κρύα.

Follow

Ενημερωθείτε για κάθε νέα δημοσίευση στο email σας.