Feeds:
Δημοσιεύσεις
Σχόλια

μπάι

Στην Πολιτεία γινόταν το γνωστό ευτυχισμένο χάος. Αγόρασα την Ωρα του αστεριού της Clarice Lispector  και τον Τσάρο της Αγάπης και της Τέκνο του Anthony Marra και τώρα τα έχω βάλει δίπλα δίπλα και κάνω αμπεμπαμπλόμ να δω ποιο θα ξεκινήσω πρώτο.

Η Καλλιδρομίου πάλι έπαθε ένα πράγμα που λέγεται και Πρωτοχρονιά και λαϊκή λόγω Σαββάτου και γινόταν πανζουρλισμός. Στον Βασιλόπουλο τα ψυγεία ήταν ημι-άδεια και μια ομάδα μουσικών τραγουδούσε βουνίσια κάλαντα οπότε καταλήγουμε ότι δεν πειράζει που έχουμε μνημόνιο αφού μπορούμε να τ’ αντέξουμε. Διότι όποιος τα Χριστούγεννα έχει δικαίωμα να ψωνίζει απ’ τον Βασιλόπουλο, έχει παράλληλα και την υποχρέωση να κάνει το σκατό του παξιμάδι για να πληρώνει την εφορία και τον ΑΒ Βασιλόπουλο κάθε παραμονή.

Υπάρχει αυτός ο αστικός μύθος που λέει πως πετάνε αεροπλάνα πάνω απ’ το Σύνταγμα και παρακολουθούν τους Αθηναίους να ψωνίζουν μπούρδες και μετά γυρνάνε πίσω στη Γερμανία τους και λένε πως οι Αθηναίοι όχι μόνο ψωνίζουν βρακιά αλλά τρώνε και στον Θανάση σουβλάκια. Οπότε δεν υπάρχει λόγος να λυπόμαστε έναν λαό που μπορεί ακόμα να τρώει σουβλάκια, τράβα μαλλί πάμε να τσεκάρουμε κανέναν πτωχότερο.

 

 

Το πανό του 2016 το κρατάει και γι αυτή τη χρονιά ο παππούς που κοιμάται βρέξει χιονίσει έξω από την καφετέρια meet me στην Ομόνοια. Μαζί το κρατάνε οι εκατοντάδες άνθρωποι που γλίτωσαν κάμποσους άλλους εκατοντάδες ανθρώπους από τη θάλασσα, το κρύο, τον πόλεμο, τον ρατσισμό και την παγκόσμια βλακεία.

Θύματα της παγκόσμιας βλακείας και της ανωριμότητας έπεσαν ακόμα κάμποσα τρόλει, ένα «ανώνυμο» ταχυφαγείο στην Πλατεία Βικτωρίας και το περίπτερο έξω απ’ το Αρχαιολογικό. Παγκόσμια βλακεία είναι η κατάσταση εκείνη κατά την οποία ο εχθρός είναι μόνιμα κάποιος έξω από το μαγνητικό σου πεδίο, ένας κάποιος που αν ποτέ αφανιστεί δε θα ‘χεις άλλο δρόμο παρά το τρελάδικο.

Αυτά τα πράγματα δυστυχώς δε θα τα πάρει μαζί της η χρονιά που φεύγει αλλά εμείς μπορούμε να επιμένουμε να τους ρίχνουμε μούτζες και αλάτι δίπλα στις καρέκλες τους. Επίσης μπορούμε να διαλέγουμε ποιοι θα μπαίνουνε στο σπίτι μας. Επίσης μπορούμε να βαράμε διαγραφές στο facebook σε όλους σε όσους ποστάρουν μ’ έναν αέρα δήθεν ελαφριάς σκωπτικότητας φασιστικές ανοησίες και σε όσους προτιμούν τα ΜcDonalds από τα Goodys μέχρι να μείνουν στη λίστα των φίλων μας είκοσι άνθρωποι και κάτι αξιαγάπητες θείες που γράφουν με κεφαλαία και που ποστάρουν φωτογραφίες με τριαντάφυλλα και τη λεζάντα «ΓΛΥΚΙΑ ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΣΕ ΟΛΑ ΜΟΥ ΤΑ ΦΙΛΑΡΑΚΙΑ!!!!!!!».

 

tumblr_o74fv2Uiqq1qawpa6o1_1280.jpg

 

Θα φτιάξω Χριστουγεννιάτικες κάρτες με αποσπάσματα από βιβλία που έχουν γράψει φίλοι μου όλα αυτά τα χρόνια ή από λόγια που απλώς είπαν και θα τις στείλω. Θα ξεκινήσω με αυτό της Χριστίνας Οικονομίδου και θα επισυνάψω και βίντεο με ευχές της Αλίκης Βουγιουκλάκη γιατί νομίζω ταιριάζει. Της Χριστίνας δηλαδή θα της αρέσει η συνδιαλλαγή αυτή, για την Αλίκη τώρα δεν ξέρω, μπορεί να μην το καταλάβει ή μπορεί και να το καταλάβει τόσο καλά που να κατέβει από κει πάνω και να μας κάνει άπαντες τόπι στο ξύλο. Ή να μας ανακηρύξει στους καλύτερους μαθητές της τάξης -μετά από την ίδια φυσικά.

«Από τον Αριστοτέλη της «Ποιητικής» μέχρι τον –ευαίσθητο αναγνώστη της λογοτεχνίας― Ρικέρ τής «Ζωντανής μεταφοράς» (πιο ενδελεχής από όλες τις μελέτες του), πολλοί ενδιάμεσα και αρκετοί αργότερα έχουν εγκύψει στο ζήτημα του πολύπλοκου πλέγματος ποίησης, μεταφοράς και πραγματικότητας, είτε από την πλευρά της αμιγούς λογοτεχνικής κριτικής (αν δεχτούμε ότι υπάρχει τέτοια) είτε από την πλευρά της φιλοσοφίας.

Αυτό που μοιάζει ηθελημένα να παραβλέπουν, ωστόσο, είναι πως δεν μας χρειάζεται κανενός είδους τεκμηρίωση για να ζήσουμε τη ζωή μας, πολύ περισσότερο να τη γράψουμε, σαν μια προσωπική επινόηση ― και τίποτε άλλο. «

 

 

To 1965 o Walter M. Schirra και ο Thomas P. Stafford εβρίσκοντο μέσα στο Gemini 6 και χάζευαν χριστουγεννιάτικα το απέραντο κενό. Ένα τσακ πριν ξαναμπούν στην ατμόσφαιρα αναφέρουν στο κέντρο ελέγχου πως βλέπουν μπροστά τους κάτι σαν ufo κι έπειτα ο Walter αποφασίζει να παίξει στη φυσαρμόνικα το Jingle Bells και ο Thomas να το τραγουδήσει. Το κέντρο ελέγχου παθαίνει αμόκ διότι προφανώς δεν επιτρέπεται να σ’ έχουν στείλει στο διάστημα και να κάνεις ό,τι σου κατέβει στο κεφάλι, αλλά ξεχνά πως τα αγόρια μένουν αγόρια για όλη τους τη ζωή και η σαχλαμάρα είναι μια γοητεία αστρική. Μόλις τελειώνει το κουπλέ-ρεφραίν (ή το σκέτο ρεφραίν), ο chief του κέντρου ελέγχου ακούγεται να λέει: «You ‘re too much».

 

12299150_796094210516061_8639058452415707292_n.jpg

 

Αυτά. Ξέρω γω. Τώρα θα βγάλουμε τις καλές χαρτοπετσέτες κι εγώ θα βάλω επίσης τα καλά μου και θα είμαι απολύτως ευτυχής που τρώμε. Τι άλλο. Το δυοχιλιάδεςδεκαέξι μας άφησε υγιείς ακόμα κι εμάς τους Υδροχόους με ωροσκόπο Ταύρο που βρισκόμαστε μόνιμα με το ένα πόδι να τεντώνεται στο μέλλον και το άλλο πόδι να γαργαλάει το παρελθόν. Τί άλλο. Τώρα θα δώσω στη μαμά μου ένα φανταστικό πουλόβερ που της πήρα και μετά θα δω τους φίλους μου. Τί άλλο δυοχιλιάδεςδεκαέξι μου, τί άλλο.

 

 

τραγουδήσαμε / κουτσομπολέψαμε / φιλήσαμε / κεράσαμε / αλλάξαμε / αγαπήσαμε / αλλημιαχρονιαδενκαλοπληρωθήκαμε / αγαπηθήκαμε / κολυμπήσαμε / χορέψαμε / υποκλιθήκαμε / κουτσογράψαμε / σκυλοβριστήκαμε και / τα ξαναβρήκαμε / ανταλλάξαμε / κάτι κερδίσαμε / σαφώς κάτιτις άλλο να πάει στο καλό του το χάσαμε

αφού

κάπως έτσι είναι ο χρόνος ο παρόντας, αυτός που σε λίγο δε θα είναι εδώ:

ένας χώρος συνεύρεσης παρόντος και απόντος, ένας τόπος όπου πρέπει πάντα κάτι να είναι παρόν για να μπορεί κάτι άλλο να είναι πάντοτε απόν.

 

μπάι.

Untitled.png

 

Πέμπτη 27 Οκτωβρίου 2016 

Tελευταία μέρα σχολείου πριν το τριήμερο / θ’ ακούσουν άλλη μια φορά την ιστορία / άλλη μια φορά επίσης θα κάνουν εικόνα τον Μεταξά να πετάγεται με ριγέ πιζάμες κι ας φτάσαν πια Δευτέρα Γυμνασίου / την τρίτη ώρα θα πάνε για την γιορτή / στα καθίσματα της Μεγάλης Αίθουσας θα γίνεται χάβρα και αυτοί που δε διαβάζουν καλά τα ποιήματα και που ποτέ δε θα καταφέρουν να πάρουν μέρος στη γιορτή θα πετάνε γαριδάκια πάνω στη σκηνή / αυτοί που ήξεραν από πριν πάνε σχολείο να διαβάζουν καλά τα ποίηματα και που πάντα θα καταφέρνουν να παίρνουν μέρος στη γιορτή θα τα πατήσουν και θα φάνε τούμπα στο πρώτο λεπτό / κάπως έτσι θα μάθουν τί είναι το θέατρο

Το άσμα ηρωικό και πένθιμο θα περάσει στα ψιλά κι ας έχει μέσα τον στίχο «Ύστερα λυώσαν χιόνι να ξεπλύνουν το κορμί του» / ο λαός του δημοτικού θα διασκεδάσει περισσότερο όταν το κορίτσι του Β2 βγει ντυμένο Βέμπο / το αγόρι του Β3 θα αναγκαστεί γυρίζοντας σπίτι να ψάξει στην κιθάρα τις νότες απ’ το «κάνε κουράγιο Ελλάδα μου» / ίσως αυτός να είναι ένας τρόπος / γιατί αν το κορίτσι του Β2 θέλει να ‘ναι Βέμπο, το αγόρι του Β3 πρέπει να μάθει μουσική ή έστω να μπει στην αντίσταση

 

Παρασκευή 28η Οκτωβρίου 2016

Επισήμως αρχίζει το τριήμερο / όμως χιλιάδες Άγγλοι Γάλλοι Πορτογάλοι τουρίσται αγνοούν το γιατί είναι οι δρόμοι άδειοι και φέρονται σαν να μην είναι τριήμερο / παρηγορητικό / διότι όσοι άνθρωποι μετά το Πανεπιστήμιο δεν απέκτησαν δουλειά 8ωρη και καθημερινή έχουν ένα πρόβλημα με τους εορτασμούς αυτούς / δεν τους περιμένουν πως και πως κι ούτε λένε «το τριήμερο της 28ης του 2017 θα πάω εκδρομή στα Μετέωρα σε περίπτωση που το τριήμερο της φετινής 25ης Μαρτίου δεν πέσει τριήμερο»

παρ’ όλα αυτά για κάποιο λόγο κλαίνε με το «Παιδιά της Ελλάδος»

αλλά όχι τόσο όσο κλαίνε με το καινούριο τραγούδι της Chinawoman

 

Σάββατο 29 Οκτωβρίου 2016

δε θα γίνει τίποτα αλλά η Καλλιδρομίου θα ‘ναι τίγκα στους γνωστούς / το νεοκλασσικό απέναντι από την Κατάληψη θα παίζει καλύτερες μουσικές απ’ τις μουσικές της Κατάληψης / θα κάνουμε όλοι κύκλους πέρα δώθε μέχρι να τελειώσει επιτέλους η Λαϊκή για να μπορέσουμε να κάτσουμε στο Παρασκήνιο / το Παρασκήνιο θα είναι πάλι πάλι γεμάτο παρέες που συζητάνε για projects και που σίγουρα θα αναφερθούν σε κάποιον γνωστό σου που βέβαια δεν ξέρουν ότι τον ξέρεις κι ότι είσαι εκεί / η λέξη project θα γίνει η no1 πιο μισητή λέξη του 21ου αιώνα διότι κάθε φορά που δεν έχουμε ιδέα για το τί συμβαίνει στο κεφάλι μας λέμε «ετοιμάζω ένα project» και μετά καταλήγουμε όλοι ανεξαιρέτως μπλεγμένοι

στην Καλλιδρομίου θα βγεις για διακοσιοστή τρίτη φόρα εκτός προγράμματος / θα πεις ότι θα γυρίσεις σπίτι κατά τις 6-7 αλλά φοβερό; δε θα γυρίσεις

 

Κυριακή 30 Οκτωβρίου 2017

** Είμαι επάνω σ’ έναν όρθιο βράχο, απέναντι στην παραλία. Στην παραλία υπάρχουν πολλοί φίλοι. Στρώνουν ένα μεγάλο τραπέζι. Τα μπουκάλια είναι τόσο πολλά που σκορπίζονται παντού, ολόκληρη η παραλία γεμίζει από μπουκάλια κρασί που τρέχουν σαν ζωντανά και χάνονται μέσα στη θάλασσα. Οι φίλοι πίνουν κι αρχίζουν να μεθούν. Με μια παράξενη ευδαιμονία, που με φοβίζει, βυθίζονται στη μέθη. Καταλαβαίνω τον λόγο αυτής της πανδαισίας : έχουν ζήσει πια όλες τους τις λύπες. **

( αντιγράφω Χειμωνά γιατί έχω εξαντλήσει τα αποθεματικά μου περιγράφοντας Κυριακές )

οι Κυριακές της Ελλάδας είναι ίδιες με τις Κυριακές της Ρωσίας

αλλά όχι ίδιες με τις Κυριακές του Βελγίου

τιναγινειτωρα

 

 

Δευτέρα 31 Οκτωβρίου 2016

Η εβδομάδα αρχίζει με την Πατησίων μπλοκαρισμένη διότι κάθε φορά μετά από τριήμερο είναι λες και ξεχάσαμε να οδηγούμε και γίνεται του γλυκού χαμού / τα πόδια θα παραμένουν πάντα η πιο σωστή επιλογή / και το «κόβω δρόμο» η ακόμα σωστότερη / σε μια κάθετη της Ιακωβάτων θα σχολάει δημοτικό / όλα τα χρώματα του κόσμου θα διασκορπίζονται στην Αχαρνών / δεν υπάρχει ομορφιά που συλλαμβάνεται / ούτε αθωότητα που συλλαμβάνεται / και έτσι όλα τα γέλια των παιδιών κι όλα τα μάτια θα μένουν εις τους αιώνες καταζητούμενα

η γέφυρα πάνω απ’ τις γραμμές του Αγίου Ελευθερίου βλέπει σ’ ένα υπερφανταστικό ξενοδοχείο με δεκάδες μικρά παραθυράκια που όταν πέφτει ο ήλιος κάνουν τρομερές αντανακλάσεις και δεν μπορείς να το πιστέψεις / δεν πιστεύεις δηλαδή ότι ο Άγιος Ελευθέριος έχει τέτοιες ντιζαϊνιές αφού μόνο κάτι πιτσαρίες tropical έχει και cafe «ραντεβού» και το πολύ κυριλέ του είναι το ζαχαροπλαστείο κοσμικόν

το ξενοδοχείο υπάρχει πάνω απ’ τις γραμμές για να θυμίζει πάντα τον παράλληλο κόσμο / τον φωσφοριζέ κόντρα στον παστέλ / γιατί Βαλκάνια είμαστε / κι ως νήπια θα μασάμε τα παστέλ για να γεννήσουμε συν τω χρόνω μπλε ηλεκτρίκ υπερζωές

το μέλλον θα ρθει από κει που δεν το περιμένεις

 

Tρίτη 1 Νοεμβρίου 2016

το πρόβλημα που δεν πάμε μπροστά είναι ότι αφήνουμε στο repeat του mp3 κάτι τέτοια τραγούδια σαν το ακόλουθο -το αγρίως βαθύ και βαθύτατα σωματικό- και μιας που ξεκινάει ο μήνας και κάθε πρώτη του μήνα σκέφτεσαι «να μια ευκαιρία για αλλαγές», θα αναρωτηθείς γιατί δεν μπορείς να γεμίσεις το mp3 με Penny and the Swingin’ Cats

ε αν δε μπορείς δε μπορείς / δε θα τρελαθούμε σε παρακαλώ /

 

Τετάρτη 2 Νοεμβρίου 2016

Η Τετάρτη 2 Νοεμβρίου θα είναι η πρώτη μέρα από καταβολής κόσμου που θα ακούσεις τραγούδι με τη Δήμητρα Γαλάνη / μιας που σ’ αυτή την πόλη κυκλοφορούν συνθέτες σαν τον Αντώνη Σουσάμογλου ( και σαν τον Αλέξανδρο Βούλγαρη τώρα που τα λέμε ) /

 

[ θα μ’ αγαπάς άραγε ακόμα

όταν τα βλέμματά μας πια δε θα κρύβουν ανεξερεύνητες χώρες

θα μ’ αγαπάς άραγε ακόμα

όταν όλα θα πάνε στραβά

θα μ’ αγαπάς άραγε ακόμα

όταν τα φώτα χαμηλώσαν

όταν οι φίλοι λιγοστέψουν

όταν θα στέκομαι μπροστά σου σα βασιλιάς με πυτζάμες

θα μ’ αγαπάς άραγε ακόμα

όταν όλοι οι παλιοί μας καυγάδες γυρίσουν

και πλημμυρίσουν το δωμάτιο

σα βροχή ]

 

υγ: να Playlist / παρ’την και περπάτα την

Εντυπώματα

Οι γονείς θα διαβάζουν παραμύθια στα παιδιά, όσο τα παιδιά θα χρειάζονται συντροφιά για το μεγάλο βήμα προς τον ύπνο. Όσο τα παιδιά θα διστάζουν να διασχίσουν μόνα τους το πέρασμα απ’ την ύπαρξη στη μη ύπαρξη και απ’ την κίνηση, στην ακινησία.

Η επιλογή συγκεκριμένων παραμυθιών είναι μια ασυνείδητη πράξη των γονιών όσο ασυνείδητα κι αδιευκρίνιστα είναι εκείνα που συμβαίνουν σ’ αυτή τη διάσταση της νύχτας όπου το σώμα δεν είναι σώμα, αλλά συνονθύλευμα σωμάτων, των σωμάτων που απέπλευσαν και των σωμάτων που ακολουθούν.

Οι δικοί μου υπήρξαν γενναιόδωροι με τον χρόνο και το αίσθημά τους. Μου διάβασαν ό,τι διαβάζεται και μου το διάβασαν και με όλη τους την καρδιά. Μου προσέφεραν κόσμους. Ωστόσο σήμερα, μετά τις τελευταίες ανακαλύψεις στο utube που με έκαναν να φτιάξω αυτό το post, με πιάνουν τα γέλια σκεπτόμενη τη μαμά μου να επιλέγει στο βιβλιοπωλείο «ρώσικα λαϊκά παραμύθια» ανίδεη για την προσωπική μνήμη μου που μόλις άρχιζε.

Λίγα «μεσογειακά» παραμύθια θυμάμαι, επίσης λίγα «παραμυθένια» παραμύθια αλλά αυτό υποπτεύομαι ότι συνέβη σε όλους μας. Και συνέβη μάλλον επειδή το αντίτιμο της ύπνωσης δεν μπορεί να εμπεριέχει και μεγάλο ποσοστό ελαφράδας. Κανένα παραμύθι δε χωράει τόσο πολύ ροζ.

Κάπως έτσι, με τα ρώσικα λαϊκά παραμύθια της μαμάς μου και τις παραμυθοκασσέτες που μας έβαζε το καλοκαίρι για να κοιμηθούμε η φίλη της μαμάς μου η Βούλα,

τα εντυπώματά των παραμυθιών πάνω μου γίναν κάπως βόρεια. Κάπως βαθύ τυρκουάζ έγιναν και κάπως χιόνι και κάπως κρύσταλλα. Μετά τα δικά μου εντυπώματα έγιναν βαθύ τυρκουάζ και χιόνι και κάπως κρύσταλλα.

Αυτό η μαμά μου, δεν θα μπορούσε να το προβλέψει.

Κι έτσι,

σήμερα, έπειτα από τις σωστές πλέον λέξεις κλειδιά που πληκτρολόγησα στο google κατάφερα να πέσω πάνω στο νούμερο ένα παραμύθι υπεύθυνο για όλα. Και με αφορμή αυτό, παραθέτω και τη μικρή -5 τίτλων- λίστα μου για εκείνους που έχουμε πάνω κάτω την ίδια τοπογραφία μνήμης. Και που όλο συναντιόμαστε εκεί έξω.

 

1/ Μιστουλέτος – Ο κακός πετεινός

Ο Μιστουλέτος κυκλοφορεί στο δάσος και πετυχαίνει το κορίτσι / το κορίτσι θέλει να παντρευτεί τον Πρίγκιπα αλλά είναι πολύ φτωχή για να τα καταφέρει / ο Μιστουλέτος τη βοηθάει / βάζει έναν όρο / να θυμάται το κορίτσι τ’ όνομά του έπειτα από ένα χρόνο / αν δεν το θυμάται λέει πως«θα πάρω την καρδιά σου και θα την δώσω να τη φάνε τα παιδιά μου» / ο καιρός περνάει / το κορίτσι παντρεμένο πια με τον Πρίγκιπα έχει ήδη παιδιά / και δεν θυμάται το όνομα του πετεινού / ο πετεινός λέει «θα πάρω την καρδιά των παιδιών σου και θα τη δώσω να τη φάνε τα παιδιά μου»

το παραμύθι λύεται με ευτυχές τέλος, αλλά δεν έχει πια σημασία

 

 

2/ Ρουμπελστίνσκιν – Ο Ξυλοπόδαρος

Ο ηλίθιος μυλωνάς για να εντυπωσιάσει τον βασιλιά του λέει ότι η κόρη του μπορεί να γνέθει το άχυρο και να το κάνει χρυσάφι / η κόρη οδηγείται στο παλάτι / ο βασιλιάς της λέει πως αν δεν κάνεις το άχυρο χρυσάφι θα πεθάνεις / η κόρη μένει μόνη / δεν μπορεί να κάνει το άχυρο χρυσάφι / μπαίνει ένα ανθρωπάκι σα νάνος και γνέθει όλο το άχυρο και το κάνει χρυσάφι / ζητά σε αντάλλαγμα το πρώτο παιδί της κόρης όταν γεννήσει / το άχυρο έχει γίνει χρυσάφι / ο βασιλιάς ενθουσιασμένος παντρεύει την κόρη με τον γιο του / η κόρη κάνει το πρώτο της παιδί / το ανθρωπάκι επιστρέφει και ζητά το μωρό / η κόρη αρνείται / το ανθρωπάκι λέει πως θα της αφήσει το μωρό της αν τα καταφέρει να βρει το όνομά του

η κόρη βρίσκει το όνομα, το όνομα είναι Ρουμπελστίνσκιν, ο Ρουμπελστίνσκιν απ’ το κακό του ΣΚΑΕΙ (κυριολεκτικά)

 

roump.jpg

 

3/ Ο Φίλιπκα 

Η Μπάμπα Γιάγκα η γριά της λίμνης μισεί τον Φίλιπκα γιατί είναι καλός ψαράς και πιάνει όλα τα ψάρια / η Μπάμπα Γιάγκα στέκεται στην όχθη και του φωνάζει «Φίλιπκα γιε μου, έλα να φας την πίτα που σου έφτιαξα» / ο Φίλιπκα δε μασάει / η φωνή της μαμάς του είναι γλυκύτερη / η Μπάμπα Γιάγκα πηγαίνει στον σιδερά / βάζει τη γλώσσα της στο αμόνι / ο σιδεράς την τροχίζει / «Φίλιπκα γιε μου, έλα να φας την πίτα που σου έφτιαξα» / ο Φίλιπκα ξεγελιέται / περνάει τη γριά της λίμνης για μητέρα / η Μπάμπα Γιάγκα τον πιάνει και τον πηγαίνει στο σπίτι της / λέει στην κόρη της να τον ψήσει στον φούρνο μέχρι να επιστρέψει για να τον φάνε / ο Φίλιπκα αρπάζει το φτυάρι και χώνει την κόρη μέσα στον φούρνο / η γριά επιστρέφει / τρώει την κόρη της / ο Φίλιπκα τρέχει και ανεβαίνει σ’ ένα δέντρο / η Μπάμπα Γιάγκα το ροκανίζει με τη γλώσσα της / το δέντρο πέφτει πάνω της και τη σκοτώνει 

ένα σμήνος αγριόχηνες παίρνουν στα φτερά τους τον Φίλιπκα και πετούν μακριά

 

mpampa3.jpg

 

4/ Ευτυχισμένος Πρίγκιπας

Ένα άγαλμα / σε μια Πολιτεία του Βορρά και ένα χελιδόνι / το χελιδόνι ξεκολλάει το μάτι του Πρίγκιπα που είναι από ρουμπίνι να το δώσει στους φτωχούς / αντί να αποδημεί ήδη προς τον Νότο / καρδιά του χειμώνα / το χελιδόνι ξεκολλάει τα μάτια του Πρίγκιπα / τα χρυσά ρούχα του Πρίγκιπα / τα δίνει στους ανθρώπους / ο Πρίγκιπας μένει γυμνός / το χελιδόνι θα ‘πρεπε ήδη να αποδημεί προς τον Νότο / αλλά δεν προλαβαίνει / η μικρή του καρδιά παγώνει / καρδιά του χειμώνα / ο Πρίγκιπας χωρίς στολίδια είναι ένα άχρηστο άγαλμα / οι υπεύθυνοι του Δημαρχείου το γκρεμίζουν και το λιώνουν στο καμίνι για να φτιάξουν ένα άλλο / πετούν το χελιδόνι στα σκουπίδια

«Φέρε μου τα δυο πιο πολύτιμα πράγματα μέσα στην πόλη», είπε ο Θεός σ’ έναν απ’ τους Αγγέλους του κι ο Άγγελος του έφερε τη μολυβένια καρδιά και το νεκρό πουλί.

 

prince.jpg

 

5/ Οι μύθοι των λουλουδιών / Εντελβάις

Η Βασίλισσα του χιονιού μένει στον πύργο της στην πιο ψηλή βουνοκορφή των Άλπεων / ντυμένη στα λευκά / διάφανη / την υπηρετούν ξωτικά / η καρδιά της είναι σκληρή σαν κρύσταλλο / πολλοί κυνηγοί έχουν την περιέργεια ν΄ανέβουν ως εκεί πάνω να τη γνωρίσουν / τα ξωτικά πάντα τους προλαβαίνουν και τους γκρεμίζουν απ’ τα βουνά / η Βασίλισσα δεν πονά για κείνους που πεθαίνουν για χάρη της / καινούριοι κυνηγοί / γκρεμισμένοι απ’ τα βουνά / και ξανά / καινούριος κυνηγός / δεν φοβάται / ανεβαίνει / πλησιάζει πολύ / η Βασίλισσα βγαίνει απ΄τον πύργο / για πρώτη φορά / τον κοιτά / ο κυνηγός / την κοιτά / και τότε / απ’ όλες τις βουνοκορφές ξεπηδούν χιλιάδες ξωτικά / τρέχουν και τον γκρεμίζουν απ’ τους βράχους / ο κυνηγός χτυπά στο κεφάλι και πεθαίνει / η Βασίλισσα του χιονιού προχωρά / σκύβει κοντά στον κυνηγό και από τα μάτια της κυλούν χοντρά δάκρυα / και σκορπούν στους βράχους / και σκορπούν στα χιόνια / και γίνονται λουλούδια διάφανα σαν αστεράκια / και γίνονται λουλούδια απαλά σαν βελούδο / κι είναι τα Εντελβάις

Η Βασίλισσα χάνεται από τον πύργο, χάνονται και τα ξωτικά. Το μόνο που μένει είναι ο θρύλος του Εντελβάις, του μικορύ αυτού λουλουδιού που οι κάτοικοι των Άλπεων πάντα γυρεύουν να το βρουν γιατί λένε πως φέρνει τύχη σ’ εκείνον που το κρατάει πάνω του.

 

ede.jpg

 

υγ: Εκτός απ’ τους συγγραφείς των παραμυθιών,

δόξα στους σπουδαίους εικονογράφους που δεν δίστασαν μπρος στο μαχαίρι της γραφής κι έκοψαν σύριζα το χρώμα,

δόξα στους εκδοτικούς οίκους που κυκλοφόρησαν τα παραμύθια σε κασσέτες κι ηρέμησαν οι μαμάδες μας αφήνοντάς μας με μια συντροφιά τις πιο ζεστές νύχτες του καλοκαιριού

και δόξα σ’εκείνους που χάρισαν τη φωνή τους,

δόξα στους ηθοποιούς.

 

 

 

 

Διαβάζοντας τη βιογραφία του D.A Levy, θυμήθηκα αυτό το απόσπασμα από το Ουρλιαχτό του Allen Ginsberg (μτφ Γ.Μπλάνα):

» αυτούς που δούλεψαν στο Ντένβερ, αυτούς που πέθαναν στο Ντένβερ, αυτούς που γύρισαν στο Ντένβερ κι άδικα περίμεναν, αυτούς που έβλεπαν όλο το Ντένβερ και συλλογίζονταν και ασκήτευαν στο Ντένβερ και τελικά έφυγαν για ν’ ανακαλύψουν τον Χρόνο και το Ντένβερ έμεινε μονάχο, δίχως ήρωες «

2425563967_235efa7d5a.jpg

d.a. levy /1942 /ποιητής και εναλλακτικός εκδότης / γεννήθηκε στο Cleveland

H wikipedia μιλά αρκετά ποιητικά για wikipedia:

«όταν τέλειωσε το Λύκειο αποφάσισε να διαβάσει τα πάντα και να γράψει τα πάντα και έχασε το μυαλό του αναζητώντας το άπειρο»

d.a. levy / εξέδιδε σε χειρόγραφα και στένσιλ / ζωγράφιζε

Το 1966 κατηγορήθηκε για διανομή άσεμνης ποίησης σε ανήλικους. Στο Cleveland. Tο 1967 ξανά. Στο Cleveland.

«η ποίηση αυτή δεν είναι ούτε κατά διάνοια άσεμνη. Αλλά και να ήταν, δε με νοιάζει. Μπορείς να πας οπουδήποτε σ’ αυτή την πόλη και να αγοράσεις κάτι απ’ τις εκδόσεις Grove Press. Αυτούς οι μπάτσοι δεν τους ενοχλούν».

d.a. levy / ανορθογραφία από επιλογή και τυπογραφικές περιεργίλες / συγγενής των Beats

«κατασκεύαζε κολλάζ λέξεων τα οποία μεταμόρφωναν την ποίηση σε οπτικό αντικείμενο λες και ήθελε να δώσει στις λέξεις φυσικό βάρος»(Μοrgan Meis )

d.a. levy / αυτούς που δούλεψαν στο Ντένβερ / αυτούς που πέθαναν στο Ντένβερ

«έχω μια πόλη να καλύψω με γραμμές.»

*Cleveland: αναπτυγμένη βιομηχανική πόλη που στα τέλη του ’60 έμοιαζε με βομβαρδισμένο τόπο.

» Αρκεί να πει κανείς πως στα 1969, το Cleveland ήταν σύμβολο όλου του συγκεκαλυμμένου εκτροχιασμού της Αμερικής» (Μοrgan Meis)

d.a. levy / 1942 – 1968

Αυτοπυροβολήθηκε. Το όπλο το είχε απ’ τα παιδικά του χρόνια. Ήταν 26 χρονών.

 

d_a_levy_shot.jpg

 

«Κόκκινη Κυρία» / «Red Lady» (απόσπασμα)

 

Η Κόκκινη Κυρία ήταν τριών όταν κατάλαβε ποια

ήταν χωρίς να ξέρει. Της είχαν μόλις μάθει

να λέει την ώρα κι εκείνη κοίταζε

τον λεπτοδείκτη να πλησιάζει τις 3.30 προ μεσημβρίας στο

σκοτάδι του δωματίου της, παιχνιδοκούκλες και φελιζόλ

λαγοί διαφανείς, κυμάτιζαν

στα κύματα και ξάφνου όλα σταμάτησαν-εκτός

απ’ τις άφωνες φωνές μέσα στο κεφάλι της που

επέστρεφαν όνειρα χιλιάδων χρόνων

θαμμένα κάτω από την άμμο και όνειρα που περίμεναν

κάτω από οργιές παχύσαρκου ωκεανού και όνειρα που

με κάποιο τρόπο, κάποιος είχε προσπαθήσει να τα δολοφονήσει

εν αγνοία τους.

 

και η Κόκκινη Κυρία ήταν τριών, στις

3.30 προ μεσημβρίας, όταν πήρε φωτιά, μα δεν είχε

λέξεις για τη γνώση που γνώριζε και πριν

να διεισδύσει ο ήλιος μέσα στο κοιμώμενο σχήμα της αυτή

ήξερε πως αυτό που ήταν, ήταν εκατοντάδες χιλιάδες φωνές που

θα παρέμεναν άλαλες για ολόκληρη την παιδική αιωνιότητα.

 

(…)

 

daback.jpg

 

 

«Τα κουδουνίσματα των Πόνυ» / «the bells of the Cherokee ponies»

 

θα ήταν σκέφτηκα

κωδωνισμοί του ανέμου

σε δρόμους νυχτερινούς

με τα νεαρά μου μάτια

γύρισα κατά την Ανατολή

κι απόμακρο ένα κουδούνισμα

από Πόνυ φαντάσματα

ανέτειλε  απ’ το χώμα

 

Πόνυ, Πόνυ, Πόνυ

(πώς το μικράκι άλογο γίνεται

λεξούλα που ηχεί αστεία)

 

γύρισα κατά την Ανατολή

αναμένοντας ίσως Βούδες

φέροντες κουδουνίσματα

που κλαίνε στο σκοτάδι

 

Υπόγεια τ’ Άλογα

κι ανατέλλουν!

 

Cherokee, Delaware, Huron ,

είθε η γη να επιστρέψει σε σας

 

τα μικράκια άλογα

θα επιστρέψουν τη γη σε σας

για να την εξαγνίσουν

στη λίμνη των δακρύων τους

 

Υπόγεια τ’ Άλογα

κι ανατέλλουν!

για να πουν στους πατεράδες τους:

 

« σε δρόμους νυχτερινούς

τα κουδουνίσματα των Πόνυ

τώρα, κλαίνε »

 

tumblr_mcc2b1ox5f1r6yhsro1_1280.jpg

 

 

«ρόδα που» / «roses that»

 

περιμένουμε τα ρόδα που

ανθούν περιμένουμε τα ρόδα που

ανθούν τα ρόδα που

ανθούν τα ρόδα που ανθούν

ανθούν ρόδα που ανθούν ανθούν

ανθούν που ανθούν ανθούν ανθούν

ανθούν

και τα ρόδα που ποτέ δεν

ανθούν τα ρόδα που ποτέ δεν

ανθούν ρόδα που ποτέ δεν

ανθούν που ποτέ δεν ανθούν

ανθούν ποτέ ανθούν ανθούν

ανθούν

ξέρεις αν τα ρόδα στα όνειρα;

ανθούν ρόδα στα όνειρα;

ανθούν στα όνειρα; ανθούν

ανθούν όνειρα; ανθούν

ανθούν

όσο εμείς καθόμαστε στη σκιά

έχουν ήδη χτίσει ένα ηλιοτρόπιο

που καλύπτει τις πόλεις με

στάχτες ρόδα που καλύπτουν

τις πόλεις όσο εμείς καθόμαστε στη

σκιά έχουν ήδη χτίσει έναν ήλιο

ανθεί ρόδα που ανθούν

πόλεις στάχτες όσο εμείς καθόμαστε στον

ήλιο έχουν ήδη χτίσει ένα

ρόδο που ποτέ ρόδα που ρόδα

ανθούν απίστευτο δεν είναι

ρόδα που

κάθονται στη σκιά όσο εμείς χτίζουμε όνειρα που ποτέ

δεν ανθούν χτίζουμε όνειρα που

ανθούν ανθούν ανθούν ανθούν

πόλεις από ρόδα που ανθούν

σε στάχτες που ρίχνουν σκιά

σε ρόδα που εδρεύουμε μέσα

στο φως του ήλιου σαν ρόδα που

τα κάνουμε στάχτη σαν

ρόδα που

ονειρεύονται

ποτέ

περιμένουν

κι ανθούν.

Tibetan Stroboscope.jpg

*(το Θιβετιανό Στροβοσκόπιο, απ’ τις σημαντικότερες δουλειές του Levy στην οπτικοποιημένη ποίηση)

 

 

«Επιτύμβιο φυλαχτό μοναχικό» / «Tomb stone as a lonely charm» (αποσπάσματα)

 

δεν έχω τίποτα να σου πω

εσύ που δεν ακούς τον ήχο

του αόρατου ωκεανού

αυτού του αδιάλειπτου αμφισβητία

της ίδιας της ύπαρξής του

εκείνου του χάχα μπρος στα υπέρβαρα κύματά του

 

( και η γηραιά γυναίκα απ’ το Θιβέτ

που έγραψε το όμορφο βιβλίο

βλέπει μάλλον έγχρωμη τηλεόραση

αυτή τη στιγμή που μιλάμε )

 

(…)

 

δεν έχω τίποτα να πω

γιατί δεν κάθεσαι απλώς εκεί που κάθεσαι

να πεθάνεις

λίγο λίγο κάθε μέρα

αναμένοντας κάποιο κουτό

πιτσιρίκι να κουβαλήσει το

κυματιστό πουλί της αγάπης σου

να ξεστομίσει όσα

κώλωσες να πεις κι ίσως

σε χίλια ή δυο χιλιάδες χρόνια από τώρα

ν’ αρχίσεις να καταλαβαίνεις

 

ότι το κουτό παιδί

ήσουν εσύ

και το δολοφόνησες

στα μουλωχτά.

 

IC_MEIS_LEVY_FI_001.png

 

«Τραγούδια για νεκρά παιδιά» / «Songs for dead children»

 

όλοι πληρώνουν ό,τι χρωστάνε

και κανείς δεν παίρνει στα χέρια του το προϊόν

κι αναρωτιέμαι αν υπάρχουν πουθενά καλύτερα σχολεία

σαν τα πουλιά που όλα τους πεθαίνουν νέα

τη στιγμή που διαγράφουν πορεία στον άνεμο

δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά ένα όνειρο του Σαββατοκύριακου

και μοιάζει σαν

σκέτο λευκό που αποπλέει

μέσα στο νου

το όνειρο

κάποιος κι εγώ

με απαρνιόμαστε

μήπως χρειάζομαι αμφεταμίνη

για να βουτήξω μέσα στο μυαλό μου

που ξετυλίγεται

σαν παλιά εφημερίδα

κι ανθίζει

στο φως της μέρας

η ταινία τέλειωσε

γλίστρησε έξω απ’ το κρεββάτι

και μάλλον έστριψε τσιγάρο

κι όσα αραιώνω μέσα στη μπύρα

μου υπενθυμίζουν

όλα αυτά που θα μπορούσα να γίνω

και

τώρα ξοδέψαμε τη φωτιά μόνο και μόνο για να επιβιώσουμε

 

γλιστρώ έξω απ’ το κρεββάτι

σφαλίζω το μάτι μου κάθε μέρα

υπάρχει αρκετό τίποτα

στη μηχανή του νου

για να παίξεις το παιχνίδι

ο διάτρητος χρόνος σημαίνει

στους δρόμους του χειμώνα

όλα είναι το ίδιο

όσο χορεύεις

στον ρυθμό του σαλεμένου νου

και τώρα

ξοδέψαμε τη φωτιά μόνο και μόνο για να επιβιώσουμε

 

διασχίζοντας την ερημιά του ανέμου

η μνήμη μου τρεμοπαίζει

στους κινδύνους της σιωπής

και τον φόβο της αγάπης

κι οι αμμόλοφοι της οργής

με κινητοποιούν

καθώς η ώρα του τσακαλιού

πλησιάζει

σαν βόμβα κι εγώ

στέκομαι εδώ

με μια παγωμένη καρδιά

και τι είν’ αυτό που είναι δικό μου

αβάσταχτα βαρύ μέσα στο όλον που με καταριέται

κάθε φορά που ψάχνω μέσα μου

για τον ήλιο

και τώρα

ξοδέψαμε τη φωτιά μόνο και μόνο για να επιβιώσουμε

 

και με συμβούλεψαν

να ‘μαι ειλικρινής

την ώρα που κλείνω το φέρετρο

στα χτεσινά νέα των εφημερίδων θάνατοι

κι οι χάρτινοι θάνατοι

συσκευάζονται

στα σκουπιδιάρικα του φασισμού

 

οι διάττοντες αστέρες είναι άγγελοι νεκροί

που πίνουν κρασί

στα γκαράζ της επιβίβασης

κι εγώ

εκτυλίσσομαι

ως κατάλογος ονομάτων

γραμμένων στον ουρανό

και άπαντες οι ποιητές

τραγουδούν

τραγούδια για νεκρά παιδιά

και τα νεκρά όνειρα

των παιδιών

επιμένουν

να μετενσαρκώνονται.

 

rabbits.jpg

 

«Προαστιακό Μοναστήρι

Ποίημα Θανάτου» /

«Suburban Monastery

Death Poem» (αποσπάσματα)

 

(…)

 

χαλόου αστροναύτη

όχι δεν είμαι πυγολαμπίδα

όχι δεν είμαι ιπτάμενος δίσκος

στον ορίζοντα

είμαι μια αυτοφυής ύλη

συνειδητότητας που περιμένει

να ξαναγεννηθεί –μπορείς

να μ’ ακούσεις; μπορείς

να μ’ ακούσεις;

 

(…)

 

χορεύεις (ίσα που κινείσαι)

στο υπόγειο της εκκλησίας

κάποιος που φορά  χρωματιστά

σε αρπάζει και σε κουβαλά

στους ώμους του

και για μια στιγμή

μένει εκτεθειμένη η γεωμετρία της σάρκας σου

 

για ( κάποιου ποιητή το βραχύβιο ) πάντα

τα μάτια μου συνέλαβαν και φωτογράφισαν

την κινούμενη φιγούρα σου

 

( αυτή η εικόνα σου –που ακόμα κινείται

είναι κρεμασμένη στην ιερή πινακοθήκη

του μυαλού μου )

 

( αυτή η εικόνα με σένα που κινείσαι σαν

ένας  Άγγελος ταντρικός –είναι ασφαλισμένη

στον καθεδρικό του κρανίου μου )

 

αύγουστος 1968,

e. cleveland ohio

 

*σημείωση:

η γαλήνη και η επίγνωση είναι

σαν δυο μικρά πουλιά

που προσπαθούν να το σκάσουν απ’ τον πλανήτη

γιατί κουράστηκαν να πεθαίνουν

 

δεν παραδέχομαι τίποτα.

dalm13.jpg

outro και αουφβιντε(ρ)ζ(έ)ιν

 

happy.jpg

» καληνύχτα σου χειμώνα

με το παγωμένο βέλος 

τώρα που θ’ αποδημήσεις

κοίτα μη με λησμονήσεις

το χιονένιο σου παιδάκι

στο μικρό του το χεράκι

κρύβει πάντα μιαν αγάπη

με ευτυχισμένο τέλος «

 

 

 

υγ: ν’ αγαπιόμαστε.

έξοδος.

 

*στη φωτογραφία, έργο του Voider Sun

 

 

 

Fāngkuài ā Shòu aka Diamonster.jpg

 

το δάσος που κρεμάστηκε από ένα κλαδί

κρύβει το δέντρο απ’ τον κρεμασμένο

και τον κρεμασμένο από το δέντρο

 

κρεμασμένο απ’ το ψηλότερο κλαδί

το αρχέγονο δάσος

κρεμά την πρωτόγονή του γλώσσα

έξω απ’ το στόμα των ανέστιων ΦΟΝΩΝ του

 

στην καρδιά της λέξης ΔΕΝΤΡΟ

το κεφάλι της λέξης ΚΛΑΔΙ

κόπηκε

ακέφαλη τώρα

πλανόδια καρδιά

 

πριν πέσει στη ρίζα της λέξης ΔΕΝΤΡΟ

το κεφάλι της λέξης ΚΛΑΔΙ, ανθίζει

το κεφάλι της λέξης ΚΛΑΔΙ

ανθίζει στο κεφάλι της λέξης ΔΕΝΤΡΟ

και το ΦΡΑΖΕΙ

 

το φράγμα της επιφάνειας της λέξης ΣΤΕΡΕΩΜΑ

-μεθυσμένο από ρετσίνι- ΡΕΕΙ χωρίς ΣΤΕ

μέσα στην τρικυμία της λέξης ΓΥΑΛΙ

 

κανένα κεφάλι, καμμιάς λέξης δεν πέφτει

κανένα κεφάλι, καμμιά πτώση

στη σκιά του ασκίαστου δέντρου που δε λάβωσε θήραμα

 

τσεκούρι χωρίς κεφαλή, χωρίς λαβή

φυτρωμένο στον κορμό του χάους

 

η λέξη ΘΗΡΑΜΑ ακέφαλη, χωρίς ουρά

δολοφονεί τη λέξη ΒΑΣΙΛΙΑΣ με όλη της την ψυχή και το κορμί

τη φάκα και τους πεσόντες της

 

η λέξη ΧΑΟΣ στην καρδιά της λέξης ΔΑΣΟΣ

δεν έχει τέλος, δεν έχει αρχή

 

 

από τη συλλογή «La proie s’ombre»

υγ: «Κι όμως δεν αυτοκτόνησα.
Είδατε ποτέ κανέναν έλατο να κατεβαίνει μοναχός του στο πριονιστήριο;»

{ Άρης Αλεξάνδρου, «Μέσα στις πέτρες» }

 

                            

jesús c.jpg

                                               «ενΣΑρκΩση»

 

 

σε φυτρώνω

με εξημερώνεις

 

σε ενσαρκώνω

σε εισοδιώ

και σε παραθυρεύω

με οστεοποιείς

με ωκεανείς

με παρηγορεύεις

με μετεωρίζεις

 

σε θησαυροφυλακίζω

σε εκθαμπώνω

με παροξίζεις

 

με παροξίζεις

και με παρεκκλίνεις

σε εγχορδίζω

με αποσιωπείς

με αντανακλάς

ανά χείρας σε ωρολογοποιώ

 

με οφθαλμαπατάς

με οασαίνεις

με φτεροκοπάς

με εντομιάζεις

με καταρρακτώνεις

 

σε σεληνιάζω

με συννεφώνεις

με παλιρροιείς

σε διαφανίζω

με λυκοφέγγεις

με ημιδιαφανίζεις

με κατακαστρεύεις

με λαβυρινθώνεις

με παραλλάζεις

και με παραβάλλεις

με οριζοντιώνεις

και με καθετεύεις

με λοξεύεις

 

σε ισημερεύω

σε ποιώ

με χοροποιείς

σε εξατομικεύω

με εγκαθιστάς

και με θεμελιώνεις

 

με πραγματώνεις

με σχηματοποιείς

με απειρώνεις

με αδιαιρείς

με σαρκαζμείς

 

σε ευθραυστώ

σε διακαίω

σε φωνεύω

με ιερογλυφείς

 

με συμπαντεύεις

και με υπερχειλίζεις

σε υπερχειλίζω

κι εγώ μα εσύ

 

με ρευστοποιείς

 

με πεφταστερίζεις

 

με ηφαιστεώνεις

 

αλληλοεξατμιζόμαστε

 

αλληλοερεθιζόμαστε

μέρα και νύχτα

μέρα και νύχτα αλληλοανήκουμε

με εφάπτεις

σε ομοκεντρίζω

 

με διαλυτεύεις

με αδιαλύεις

με ασφυκτιογονείς

και με απελευθερώνεις

 

με ζαλίζεις

με εκστασιάζεις

με παθεύεις

και με απολυτώνεις

σε εκλείπω

με εκτρέπεις

 

σε ρουθουνίζω και σε τριχεύω

σε ισχιώ

με στοιχειώνεις

σε στηθεύω

θωρακίζω το στήθος σου και σε ενδύω

σε στηθοδεσμεύω

με οσμώνεις και με ζαλίζεις

γλιστράς

σε μηρώνω σε εναγκαλιάζω

σε τρεμοπαίζω

με περιδιαβαίνεις

με αβασταχτάς

σε εκπορνεύω

σε λαρυγγεύω σε στομαχώ

σε φορώ

σε καλτσοδετώ σε καλτσοδένω σαν Bach σε ενορχηστρώνω

ναι! σε ενορχηστρώνω για τσέμπαλο στήθος και φλάουτο

 

σε ριγώ

με αποπλανείς με απορροφάς

σε εκστρατεύομαι

σε κινδυνεύω σε αναρριχώ

με διατρέχεις

σε κολυμπώ

μα εσύ με στροβιλίζεις

με γρατζουνάς με κυκλώνεις

με εκδέρεις και με δαγκώνεις

με μαυροφορείς

με στιλετώνεις

κι όταν δεν τραυματώνεις τις αισθήσεις μου

τις μεταμφιέζεις

τις φαλαινείς τις ξετρελαίνεις

με σκεπάζεις

σε ανακαλύπτω και σε εφευρίσκω

καμμιά φορά, αποκαλύπτεσαι

 

με υγροχειλείς

σε παραδίδω και σε εκτοξεύω

με εκτοξεύεις και με παθιάζεις

σε ωμώ και σε σπονδυλώ σε αστραγαλώ

σε βλεφαριδίζω και σε ματοκορώ

κι αν δεν ωμοπλαταίνω πάνω απ’ τους πνεύμονές μου

ακόμα κι αφότου με μασχαλεύεις

σ΄ανασαίνω

νύχτα και μέρα σ’ ανασαίνω

σε ενστομώνω

σε ουρανισκώ και σε δοντιάζω και σε νυχίζω

σε αιδοιώ και σε ματοτσινορώ

σ’ ανασαίνω

σε βουβώνω

σε αιματώνω και σε λαιμοκοπώ

σε γαστροκνημιώ

σε μαγουλώνω και σε βλεφίζω

 

σε χερεύω

σε ιδρωτοποιώ

σε γλωσσίζω

σε αυχενώ

σε αποπλέω

σε σκιώνω και σε ενσαρκώνω και σε φαντασματεύω

σε αμφιβληστροειδώ και μέσα στην αναπνοή μου

ιριδίζεις την εικόνα σου

 

σου γράφω

με επινοείς.

 

υγ: Ο Ghérasim Luca, Ρουμάνος σουρρεαλιστής έγραψε ποιήματα και δοκίμια στη γαλλική γλώσσα. Το απόσπασμα «ενσάρκωση» ( prendre corps ) -μέρος της ενότητας «Το τέλος του κόσμου» (La fin du monde) προέρχεται από τη συλλογή του «Χρονικά» ( Paralipomènes ) 

για όσους γνωρίζουν γαλλικά, αξίζει μια ματιά στο πρωτότυπο σε μια λιτή οπτικοποίησή του:

la fin du monde

κι επειδή ο ήχος της γλώσσας είναι η σάρκα της γλώσσας, εδώ θ’ ακούσετε το ηχητικό τοπίο που συνέθεσαν οι The Project #5 (Montpellier) πάνω στο ποίημα-τόλμημα του Ghérasim Luca

The Project #5 (Montpellier)